Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Η δύναμη της συγχώρεσης



Λομβαρδία, 1630

Πάνω από τη λίμνη του Κόμο, σχεδόν επέπλεε ένα αραχνοΰφαντο στρώμα ομίχλης, που έκανε τα γύρω δέντρα να φαντάζουν σαν αέρινες φιγούρες, αιωνίως περιπλανώμενες.

Όλα ήταν έτοιμα για το γάμο του Ρέντσο και της Λουκίας κι ο εφημέριος που θα τους πάντρευε, ο Δον Αμπόντιο,  έκανε τον καθιερωμένο του περίπατο.
Δεν ήταν όμως ο απόηχος των βημάτων του, που ακουγόταν πίσω του. Δύο εύσωμοι άντρες τον πλησίασαν με βήμα ασυγχρόνιστο και τον πρόσταξαν με ύφος απειλητικό να μην τελέσει τον γάμο των δύο νέων.
Τους έστελνε ένας άρχοντας της ισπανοκρατούμενης περιοχής, ο Δον Ροντρίγκο. Είχε στοιχηματίσει με έναν ξάδερφό του πως θα κατάφερνε να κλέψει τη Λουκία από την αγκαλιά του Ρέντσο.
Ο εφημέριος τρομοκρατείται και την επομένη, συναντάει τον Ρέντσο και  αρχίζει να σκαρφίζεται διάφορες δικαιολογίες για την αναβολή της γαμήλιας τελετής. Το πανικόβλητο ύφος του τον προδίδει κι ο Ρέντσο μαθαίνει την αλήθεια.

Ένας μοναχός προσφέρεται να βοηθήσει και καταφθάνει ο ίδιος στο παλάτι του Δον Ροντρίγκο για να τον συνετίσει. Τον διώχνουν, όμως, με τις κλωτσιές.
Μοναδική λύση για τους δύο νέους είναι να φύγουν από την περιοχή και να αποχωριστούν για ένα διάστημα ο ένας τον άλλον. Κατεβαίνουν στις όχθες του ποταμού Άντα και μπαίνουν σε μια βάρκα. Τα βουνά πίσω τους χάνονται  σιγά σιγά από τα μάτια τους και σύντομα θα χαθούν και τα δικά τους βλέμματα.
Η Λουκία θα βρει καταφύγιο σε ένα μοναστήρι στη Μόντσα, όπου θα συναντήσει τη μοναχή Γερτρούδη κι ο Ρέντσο, θα προσπαθήσει να φτάσει στο Μιλάνο.
Στο δρόμο, όμως, για το Μιλάνο...


Όχι.
Δε θα σας αποκαλύψω τη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες.

Να μην ξαφνιαστείτε, όμως, ως αναγνώστες αν...

...εκεί που θα περιμένατε να αποδοθεί τιμωρία στους διώκτες αυτών των δύο νέων, αποδίδεται αγάπη.

Αν εκεί που θα περιμένατε να πάρουν οι ήρωές μας την εκδίκησή τους, θα δώσουν αγάπη.

Αν εκεί που θα περιμένατε να στάξει κι άλλη χολή ένας άνθρωπος, αρχίζει ξαφνικά να στάζει μέλι.



Ο Alessandro Manzoni, συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος «Οι αρραβωνιασμένοι» (I promessi sposi), με έκανε να πιστέψω ότι το Καλό θριαμβεύει πάντα.

Ακόμα κι αν είσαι κλεισμένος σε ένα κλουβί με ένα θηρίο, μπορείς -  με λόγια και βλέμμα  κατευθείαν από την καρδιά – να το ημερέψεις.

Τη μετάνοια που βίωσαν κάποιοι ήρωες του βιβλίου, θα τη βιώσετε κι εσείς, από τη μία σελίδα στην άλλη.
Εκεί που θα εύχεστε να πάθει κάποιος κακό, στην επόμενη σελίδα θα χαίρεστε που θα είναι σώος...



(Τη χρονική περίοδο, κατά την οποία  χρειάστηκε να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο λόγω μιας εργασίας στο πανεπιστήμιο, ένιωθα ‘κουρελιασμένη’ εξαιτίας της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου απέναντί μου. Είχα πολλή οργή μέσα μου και δεν μπορούσα να τη διαχειριστώ σωστά, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται κι άλλη αρνητική ενέργεια στην ψυχή μου.

Όταν, όμως, είδα πώς αντιμετώπισε η Λουκία τον απαγωγέα της και πώς ο Ρέντσο κατάφερε να συγχωρήσει έστω και την τελευταία στιγμή τον άνθρωπο που τους προκάλεσε τόσα δεινά, λυτρώθηκα...)





Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ξημερώνοντας με τη Laura


Aurora σημαίνει ‘αυγή’. Οι Ρωμαίοι τη φαντάζονταν σαν μια γυναίκα, που πετούσε στον ουρανό αναγγέλλοντας τον ερχομό του ήλιου. Κι η πρωινή πάχνη, είναι, έλεγαν, τα δάκρυά της για ένα από τα παιδιά της, που σκοτώθηκε.

Την αυγή, οι σκέψεις είναι ανόθευτες κι ατόφιες και είναι δύσκολο να τις εγκλωβίσεις στο χρόνο και να τις μεταφέρεις σε ένα χαρτί ή σε μια οθόνη.
Είναι που πρέπει να βιαστείς, για να μην καούν με τις πρώτες ηλιαχτίδες.
Είναι που πρέπει να βιαστώ να σας πω για τον Φραγκίσκο Πετράρχη (Francesco Petrarca) και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για τη Λάουρα. Πριν χαράξει.

Τη βλέπει πρώτη φορά σε μια εκκλησία και την ερωτεύεται αμέσως. Ήταν 6 Απριλίου του 1327.
Δεν μπορεί, όμως, να την πλησιάσει, αφού είναι σύζυγος κάποιου άλλου.
Γράφει συνέχεια γι’αυτήν, χωρίς να αναφέρει άμεσα το όνομά της, παρά μόνο με παιχνίδι λέξεων και εκφράζοντας την αγάπη του για το φυτό lauro, που σημαίνει ‘δάφνη’.

Μέσω της αγάπης του για αυτήν τη γυναίκα, καταφέρνει να αντέξει το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας. Η ομορφιά της μετριάζει τη μοναξιά και το εφήμερο της ανθρώπινης ζωής. Η ύπαρξή της και μόνο, του δίνει δύναμη να σκύψει πάνω στα βάσανα του λαού της χώρας του.
Η Λάουρα και η απέραντη αγάπη του για τη φύση, είναι τα ‘όπλα’ του για να αντιμετωπίσει τον θάνατο και τον χρόνο.

Στο σονέτο που ακολουθεί, ‘παγώνει’ τον χρόνο και ενώ η αγαπημένη του δεν είναι πια όπως κάποτε, οι στίχοι του φωτίζονται από τις πρώτες κιόλας λέξεις και ξαναβιώνει τα έντονα συναισθήματα που βίωνε και τότε.
Η αγάπη δεν έχει αλλοιωθεί στο πέρασμα των χρόνων. Η πληγή δεν έχει κλείσει.

Στις 6 Απριλίου του 1348, η Λάουρα πεθαίνει από χολέρα.

Εκείνος, βρίσκεται σκυμμένος πάνω σε ένα βιβλίο, μία μέρα πριν τα γενέθλιά του, στις 19 Ιουλίου 1374. Πέθανε διαβάζοντας...



Όλοι οι διανοούμενοι είχαν τις μούσες τους, τότε, που τους ενέπνεαν. Ο Δάντης τη Βεατρίκη, ο Πετράρχης τη Λάουρα, ο Βοκάκιος τη Φιαμέτα. Άλλος την έψαχνε στον ουρανό κι άλλος στη γη. Λίγη σημασία έχει, όμως, αυτό.

Δίχως αυτές, δε θα έγραφαν τέτοια αριστουργήματα...

Θέλω να πιστεύω ότι η Λάουρα, η Βεατρίκη, η Φιαμέτα και άλλες ‘μούσες’ περιφέρονται ανάμεσά μας και περιμένουν...


Erano i capei d'oro a l'aura sparsi  (Canzoniere)
Erano i capei d'oro a l'aura sparsi
che 'n mille dolci nodi gli avvolgea,
e 'l vago lume oltre misura ardea
di quei begli occhi, ch'or ne son sì scarsi;
e 'l viso di pietosi color farsi,
non so se vero o falso, mi parea :
i' che l'esca amorosa al petto avea,
qual meraviglia se di subito arsi?
Non era l'andar suo cosa mortale,
ma d'angelica forma, e le parole
sonavan altro che pur voce umana;
uno spirto celeste, un vivo sole
fu quel ch'io vidi; e se non fosse or tale,
piaga per allentar d'arco non sana.



Ανέμιζαν τα χρυσαφένια μαλλιά στο αεράκι,
που σε χίλιους, απαλούς κόμπους τα στροβίλιζε
κι εκείνα τα μάτια, τα όμορφα,
που φλέγονταν ασταμάτητα από φως ακαθόριστο,
είναι τόσο θαμπά τώρα πια·
και μου φαινόταν,
αλήθεια ή ψευδαίσθηση δεν ξέρω,
της συμπόνιας το χρώμα, στο πρόσωπό της:
εγώ, που στην καρδιά, φιτίλι ερωτικό είχα,
τι θαύμα σαν άναψε μεμιάς;
Κάτι από άγγελο κι όχι από άνθρωπο,
είχε το βάδισμά της·
κι η φωνή της αλλούτερη
κι όχι ανθρώπινη, ηχούσε.
Πνεύμα αιθέριο ήταν ό,τι αντίκρισα
κι ήλιος ζωντανός·
ακόμα κι αν άλλη είναι πια η θωριά της,
ακόμα κι αν το βέλος έχει χαλαρώσει,
ανοιχτή μένει η πληγή.


Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

H γυναίκα της Καταιγίδας



Είναι στιγμές που οι σελίδες ενός μυθιστορήματος, οι στίχοι ενός ποιήματος ή τα χρώματα ενός πίνακα ζωγραφικής, προσφέρουν το πιο ασφαλές καταφύγιο, όταν όλα γύρω σου φαντάζουν απελπιστικά άχρωμα.

Δεν είναι ότι θέλεις να αγνοήσεις το χαμόγελο ενός παιδιού, μια βόλτα στη θάλασσα ή το βλέμμα ενός αγαπημένου ανθρώπου, που σου προσφέρονται απλόχερα ώστε να απαλύνουν τον πόνο σου.

Είναι που πρέπει να μιλήσεις και δε θέλεις.

Είναι που δε θέλεις να σπιλώσεις με την κατήφειά σου, την παρουσία τους.

Γυρνάς, λοιπόν, ένα βράδυ από τη δουλειά και κλείνεσαι στο δωμάτιο της  βιβλιοθήκης. Παίρνεις τυχαία ένα βιβλίο από τα ράφια, ανοίγεις τις κουρτίνες για να βλέπεις τη φωτισμένη Ακρόπολη και κάθεσαι στην αγαπημένη σου πολυθρόνα, που δεν αρέσει σε κανέναν.

Κρατάς τον τρίτο τόμο του Αργκάν. Ιστορία της Ιταλικής Τέχνης, σελίδα 82. Πέφτεις πάνω στην Καταιγίδα (Tempesta) του Giorgione.

Το πρώτο χαμόγελο έχει ήδη φωλιάσει στα χείλη σου. Θυμάσαι τα λόγια της καθηγήτριάς σου για τον ζωγράφο. Μεταφέρεσαι στην αίθουσα 15, στο υπόγειο της Φιλοσοφικής. Στ’αυτιά σου, φτάνουν ακόμη και τα βήματα των περαστικών έξω από τα ψηλά παράθυρα. Πάντα κάποιοι περίεργοι θα σκύψουν να χαζέψουν τις διαφάνειες που προβάλλονται στον τοίχο.

Έχεις αρχίσει κιόλας να ταξιδεύεις στην Αναγέννηση και συνεχίζεις να αναπολείς. Ο Giorgione σου άρεσε, διότι χρωμάτιζε πριν σκιαγραφήσει, πριν σχεδιάσει τις φιγούρες του. Το στοιχείο του απρόβλεπτου σε προσέλκυε ανέκαθεν.

Βλέπεις την Καταιγίδα και παρατηρείς τη γυναίκα που σε κοιτάζει μέσα από τον πίνακα. Στο βάθος, ο πρώτος κεραυνός μοιάζει με άσπρο φίδι πάνω από τις στέγες. Ωστόσο, η γυναίκα δε σκιάζεται. Συνεχίζει, ατάραχη, να θηλάζει το μωρό της.

«...βαθιά σχέση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο...», ανασύρεις από τη μνήμη τα λόγια της καθηγήτριας και αισθάνεσαι ήδη καλύτερα.

Ο όρθιος άντρας, αριστερά, κοιτάζει τη γυναίκα και σαν να διακρίνεις ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του.

Η γυναίκα δεν πτοείται ούτε από τη ματιά του, ούτε από την καταιγίδα που πλησιάζει. Σου δίνει δύναμη αυτό και να που έχεις τρυπώσει στον πίνακα, πριν το καταλάβεις. Θα καθίσεις δίπλα της, ανάμεσα στους θάμνους και θα χαϊδέψεις το κεφαλάκι του μωρού.

Η γυναίκα θα σου μάθει πώς να υπομένεις τις μπόρες, δίχως να το βάζεις στα πόδια. Ακόμα κι αν τις μπόρες δεν τις προκάλεσες εσύ. «Πρέπει να τις υπομείνεις», θα σου πει χαμηλόφωνα. «Κι όταν περάσει η καταιγίδα, θα σηκωθείς, θα πάρεις το μωρό σου αγκαλιά και θα περπατήσεις πάνω στο γεφυράκι για να περάσεις απέναντι. Θα προχωρήσεις, δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά», θα σου ξαναπεί και με ένα φύσημα του αέρα, θα σου έρθει στα ρουθούνια η μυρωδιά του μητρικού γάλατος.



Θα σηκωθείς από την πολυθρόνα, θα κλείσεις τις κουρτίνες και θα πας στο παιδικό δωμάτιο να αγκαλιάσεις το παιδί σου. Τώρα μπορείς να το κάνεις. Η μαυρίλα έφυγε...




Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Ο Δάντης μέσα μας


Αν, κάπου στα μισά της ζωής σας, βρεθείτε σ’ένα σκοτεινό δάσος, θα φοβηθείτε λίγο στην αρχή.
Σύντομα, όμως, θα διακρίνετε από μακριά ένα λόφο, λουσμένο στο φως του ήλιου.
Τους χτύπους της καρδιάς θα ακούνε μόνο κάποια νυχτοπούλια, κρυμμένα σε κουφάλες δέντρων.
Και ξάφνου, οι χτύποι θα σιγήσουν για λίγα δευτερόλεπτα, το αίμα θα παγώσει κι η ανάσα θα κοπεί.
Στη θέα τριών άγριων ζώων.
Μια λεοπάρδαλη, ένα λιοντάρι και μια λύκαινα θα σταθούν εμπόδιο στο δρόμο προς το λόφο.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σκεφτείτε τον Δάντη (Dante Alighieri), που είχε βρεθεί κάποτε στην ίδια θέση.
Χιλιοστά από τα χνώτα των θηρίων.
Πάνε πολλά χρόνια, βεβαίως, από τότε. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1300, λένε, όταν ξεκίνησε το ταξίδι του στον Άδη.
Συνοδοιπόροι του και σκιά του, ένας ποιητής και μια γυναίκα. Ο Βιργίλιος και η Βεατρίκη.
Ο ποιητής, τον συμβουλεύει ν’ακολουθήσει άλλο δρόμο για να πάει στο λόφο. Πιο μακρύ και πιο δύσκολο.
Αν μείνει εκεί, τα θηρία θα ξεσκίσουν τις σάρκες του. Δεν έχει καμία ελπίδα να σωθεί. Πρέπει να περάσει μέσα από την Κόλαση και το Καθαρτήριο, αν θέλει να φτάσει στον Παράδεισο. Στο Φως. Στη Βεατρίκη.
Ο δρόμος προς την αυτογνωσία και τη λύτρωση, δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα, του λέει.
Ο Δάντης, όμως, θέλει να λυτρωθεί. Γι’αυτόν, ύψιστα ιδανικά της επίγειας ζωής, είναι η Δικαιοσύνη, η Ειρήνη και η Αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.
Είναι αποφασισμένος να παλέψει γι’αυτά στον Κάτω Κόσμο. Για το καλό το δικό του, αλλά και της Ανθρωπότητας.
Εμείς; Πώς τα πάμε στον Πάνω Κόσμο;


Συμβολισμοί

Δάσος: Άγνοια και Διαφθορά
Λόφος: Ενάρετη ζωή
Λεοπάρδαλη: Λαγνεία
Λιοντάρι: Αλαζονεία
Λύκαινα: Απληστία
Βιργίλιος: Λογική
Βεατρίκη: Πίστη και Αγνότητα


Θεία Κωμωδία
Κόλαση – Απόσπασμα από το Πρώτο άσμα

Στης ζωής μας το μεσοστράτι
βρέθηκα σ’ένα δάσος ανήλιαγο
αφού τον ίσιο δρόμο είχα χάσει.
Αχ! Πόσο δυσβάσταχτο να μιλήσω
για το δάσος το έρημο,
το κρημνώδες,
το αδιάβατο,
που και μόνο στο λογισμό του,
ξανά ο φόβος θεριεύει.
Κι είναι τόση η πίκρα,
μια στάλα μόνο πιο μικρή
απ’το θάνατο.


Σημείωση: Σύμφωνα με τη μεσαιωνική ρητορική ο όρος "κωμωδία", χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ποιητική διήγηση με θλιβερή αρχή και χαρούμενο τέλος. Περιγράφει,δηλαδή το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει, διαφοροποιημένο από την αρχαιοελληνική κωμωδία.
Ο όρος "Θεία"  είναι προσθήκη του Βοκάκιου.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Ο επίμονος ποιητής




Θεσσαλονίκη, 1995


Καθισμένη στο παγκάκι, παρακολουθούσα την τρελή της πορεία από μακριά. Ένα κοράκι στάθηκε για λίγο πάνω της και ύστερα, πάλι κοπανιόταν στους κορμούς των δέντρων, πάλι σερνόταν στα χαλίκια.
Θαρρείς πως ο αέρας - απ'όλα τα σκουπίδια που υπήρχαν στον κήπο της Φιλοσοφικής - είχε επιλέξει να βασανίζει μόνο εκείνη.
Έφτασε ξέπνοη στα πόδια μου, λες και βρήκε ασφαλές καταφύγιο. Έσκυψα να τη μαζέψω.
Μια σκισμένη, φωτοτυπημένη σελίδα από έναν τόμο της ιταλικής λογοτεχνίας. Ένα απόσπασμα από ένα ποίημα του Filippo Tommaso Marinetti . Δεν έκανα καν τον κόπο να το διαβάσω. Δε μου άρεσε ο συγκεκριμένος ποιητής, ούτε το παραλήρημά του, στο Μανιφέστο του Φουτουρισμού.
Και μόνο που δοξολογούσε τον πόλεμο και τον θεωρούσε το πιο υγιές πράγμα στον κόσμο, μου ήταν αρκετό για να μη διαβάσω ποτέ ποιήματά του.
Ωστόσο, τίναξα δυο τρεις πευκοβελόνες από τη σελίδα, τη δίπλωσα προσεκτικά και την έβαλα στην εξωτερική τσέπη της τσάντας μου. Περίεργο, ναι, αλλά αυτό έκανα.

Πέρασαν τρία χρόνια. Έφυγα από την πόλη και η σελίδα παρέμενε διπλωμένη στο σκοτάδι ενός ξύλινου κουτιού, μαζί με κουμπιά, συνδετήρες και σημειώματα.
Ακόμα κι όταν ένα τετράχρονο παιδί το έβγαλε από την κρυψώνα του και ρώτησε γι'αυτό, η απάντηση που έλαβε ήταν: "Τίποτα σημαντικό".
Ξανά στο σκοτάδι.

"Θέλω μια χάρη", μου είπε πρόσφατα μια καλή φίλη. "Θέλω να μου μεταφράσεις ένα ποίημα του Marinetti. Έστω ένα μέρος του. Κάνω μια εργασία για τον Mayakovsky και επειδή είχε επηρεαστεί από τον Ιταλό, θέλω να βρω κάποια κοινά σημεία. Μπορείς;", με ρώτησε και μου έδωσε μια σελίδα με το ποίημα.

Και τότε, σαν να φωτίστηκε το ξύλινο κουτάκι και οι στίχοι του ποιητή, που περίμεναν στωικά εκεί μέσα, ήρθαν επιτέλους μπροστά στα μάτια μου...
Καθώς το διάβαζα, σκεφτόμουν ότι όλα έγιναν την κατάλληλη στιγμή. Ίσως να μην το εκτιμούσα αν το διάβαζα τότε.
Τελικά, έχουν δίκιο όσοι λένε πως τα βιβλία δεν τα βρίσκουμε εμείς, αλλά βρίσκουν εκείνα εμάς.
Ενδεχομένως να ισχύει το ίδιο και για τους ποιητές...



La canzone del mendicante d’amore
Certo pensai nei favolosi giardini      
ove s’esilia l’anima mia
chimerici peschi foggiarono
la tua carne flessuosa, con la neve
odorante dei loro fiori
che le sonore dita del vento plasmavano!
Io venni a te, tremante e religioso,
come in un tempio avanzandomi incerto
come in un’umida grotta!
A te venni, inciampando a ogni mio timido passo,
trattenendo il respiro
per non destare il dolor nel passare!
Si schiuse il tuo sorriso
nella serena acqua del tuo viso,
come al cadere placido d’un fiore.
S’aprì a ventaglio il tuo sorriso
fluttuando nel cielo, e fece impallidire
il viso impetuoso degli Astri, nel silenzio!
Io ti parlavo volubilmente di strane cose,
bagnata l’anima di una sgorgante angoscia,
e mi pareva di sentirmi avvolto
dalla corrente d’un fiume voluttuoso.
Avidamente, spiavi tu sul mio labbro
l’Anima mia, come un miele dorato!
Sentii che il volto mi s’infocava
come un castello incendiato, che il nemico saccheggia.
Ti parlavo, e i miei pensieri stravolti
si riflettevan lontani e vaporosi
nella tranquilla acqua del tuo viso!




Το τραγούδι του ζητιάνου της αγάπης

Πώς να μη συλλογιστώ
τους μυθικούς κήπους,
της εξόριστης ψυχής μου τόπος,
εκεί, που ροδακινιές χίμαιρες
καμώνονταν την ευλύγιστη σάρκα σου,
με το χιόνι να μοσχοβολάει απ’τους ανθούς τους,
με του αγέρα τα μελωδικά δάχτυλα
να τους πλάθουν!
Ήρθα σ’εσένα εγώ,
μ’ευλάβεια και τρέμουλο
σαν σε ναό προχωρώντας διστακτικός,
σαν σε σπηλιά ανήλιαγη!
Σ’εσένα ήρθα, παραπατώντας σε κάθε μου άτολμο βήμα,
βαστώντας την αναπνοή
μη και το άλγος ξυπνήσει στο διάβα μου!
Στ’ασάλευτα νερά του προσώπου σου,
αναδύθηκε το χαμόγελό σου
όπως του λουλουδιού η γαλήνια πτώση
καταγής.
Στον ουρανό κυματίζοντας,
σαν βεντάλια ξεδιπλώθηκε το χαμόγελό σου
κι έκανε τη φλεγόμενη των Άστρων όψη, να κερώσει στη σιωπή!
Για πράγματα αλλόκοτα σου μιλούσα με παύσεις,
με την αγωνία ν’αναβλύζει στη μουσκεμένη μου ψυχή
και σα να’νιωσα ηδονικά αγκαλιασμένος από ένα χείμαρρο.
Αχόρταγα, σαν να γευόσουν μέλι χρυσαφένιο, κατασκόπευες την Ψυχή μου, στα χείλη μου!
Σαν κάστρο πυρπολημένο που ο εχθρός λεηλατεί,
ένιωσα το πρόσωπό μου να φλέγεται.
Σου μιλούσα κι οι ανταριασμένες μου σκέψεις,
στ’ασάλευτα νερά του προσώπου σου καθρεφτίζονταν
απόμακρες κι εξατμισμένες!

(Μετάφραση: Κωνσταντίνα Πέππα)