Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Francesca και Paolo - Το τραγικό τέλος ενός έρωτα



Emilia Romagna, 13ος αιώνας


Στο κάστρο του Polenta, στα περίχωρα του Bertinoro, κατέφθαναν κάθε τόσο ιππότες∙ όχι μόνο για να αναμετρηθούν μεταξύ τους σε αγώνες, αλλά για να θαυμάσουν από κοντά το κάλλος της Francesca, της κόρης του Guido da Polenta, του καστελάνου.
Η όμορφη κοπέλα, γεννημένη γύρω στο 1260 και μεγαλωμένη με αυστηρές αρχές, μέσα στο κάστρο του πατέρα της, ασφυκτιούσε με όλους τους κανόνες στους οποίους έπρεπε να υπακούει καθημερινά.

Ο Guido da Polenta, είχε καταφέρει να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη Ravenna και σ’αυτό, τον είχε βοηθήσει αρκετά ο άρχοντας του Rimini, ο Malatesta. Οι έριδες είχαν από χρόνια κωπάσει κι ο καστελάνος αισθανόταν πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να επιδείξει ευγνωμοσύνη στην οικογένεια των Malatesta.

Η δεκαπεντάχρονη, τότε, Francesca, φάνταζε ο ιδανικότερος άνθρωπος για τα σχέδιά του. Θα πάντρευε την κόρη του με τον γιο του Malatesta, τον Gianciotto Malatesta. Θα ησύχαζε κιόλας, διότι με αυτήν την ένωση των δύο οικογενειών, οι διαμάχες και οι βεντέτες δε θα αναδύονταν ποτέ ξανά. Ήταν ο τέλειος τρόπος για να εδραιωθεί ειρήνη και παντοτινή συμφιλίωση ανάμεσά τους.
Ο Gianciotto, όμως, ήταν δύσμορφος και σκληρός άντρας για μια ευγενική κοπέλα σαν την Francesca. Ο πατέρας της, υποψιαζόταν πως θα αντιδρούσε και γι’αυτό, φρόντισε ώστε όλα να γίνουν με δόλιο τρόπο.
Θα της παρουσίαζε για μέλλοντα σύζυγο, τον Paolo Malatesta, τον όμορφο και ευγενικό αδερφό του Gianciotto. Ο «γάμος» θα γινόταν κανονικά με τον Paolo ως γαμπρό, αλλά στα έγγραφα, νόμιμος σύζυγος, θα φαινόταν ο Gianciotto.
Η μητέρα της Francesca, δε συμφωνούσε με αυτήν τη μηχανορραφία και προσπάθησε να μεταπείσει τον σύζυγό της. Μάταια όμως.
Ο γάμος έγινε το 1275 και η ανυποψίαστη κοπέλα έπεσε στην παγίδα του ίδιου του πατέρα της.

Castello di Gradara, 1289
O Gianciotto πηγαινοερχόταν στο Pesaro για τα καθήκοντά του εκεί ως δήμαρχος και η Francesca με τα δυο τους παιδιά, έμεναν στο κάστρο της κοντινής πόλης Gradara.
Όσο κι αν προσπαθούσε ο Gianciotto, όσα δώρα κι αν έφερνε στη σύζυγό του, δεν κατάφερνε, ούτε να την εντυπωσιάσει, ούτε να την κάνει να τον αγαπήσει. Η Francesca, φιλοξενούσε σε μια ήσυχη γωνιά του μυαλού της, τον Paolo, ο οποίος την επισκεπτόταν συχνά στο κάστρο και της διάβαζε ιστορίες των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης.
Ο έρωτας ανάμεσα στους δύο νέους, δεν άργησε να ανατείλει. Ο Paolo, κατέφθανε στο κάστρο κάποια πρωινά, λίγο πριν πάει να επιθεωρήσει τα κτήματά του, στη Gradara. Την έβρισκε πάντα στον κήπο, να μαζεύει λουλούδια  και να κάθεται σιωπηλή στα κιόσκια.
Ήταν τώρα μια εβδομάδα, που της διάβαζε τον έρωτα του ιππότη Λάνσελοτ για τη σύζυγο του βασιλιά Αρθούρου.
Οι συχνές επισκέψεις του Paolo, θορύβησαν έναν υπηρέτη του Gianciotto και γι’αυτό, έσπευσε να τον ενημερώσει.
Ένα πρωί, ο Gianciotto, προσποιήθηκε ότι θα έφευγε για δουλειές στο Pesaro για να διαπιστώσει τι ακριβώς γινόταν εν απουσία του. Κρύφτηκε, λοιπόν, στο κάστρο και περίμενε τον αδερφό του.
Η Francesca είχε μόλις ξυπνήσει και χτένιζε τα μαλλιά της στην κάμαρά της. Ο συνθηματικός χτύπος στην πόρτα, την έκανε να αναρριγήσει και να ρίξει μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη. Ο Paolo μπήκε μέσα στο δωμάτιο με το βιβλίο στο χέρι. Της φίλησε το χέρι και κάθισε δίπλα της.
«Πες μου τη συνέχεια της ιστορίας» του είπε χαμηλόφωνα η Francesca.
Ο Paolo άνοιξε το βιβλίο στο σημείο που είχε βάλει τον σελιδοδείκτη και άρχισε να της διαβάζει.
Σε αρκετά σημεία της ανάγνωσης, οι ματιές τους χάνονταν η μία μέσα στην άλλη, ενώ οι ανάσες τους συναντιούνταν κλεφτά στον αέρα του δωματίου.
«Ο Λάνσελοτ» συνέχισε ο Paolo, «πλησίασε το πρόσωπο της Γκουίνιβερ και τη φίλησε με πάθος...».

Εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε να κυλάει ο χρόνος και ο Paolo έγινε Λάνσελοτ και η Francesca πήρε τη θέση της Γκουίνιβερ. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα, κατάφερε επιτέλους να ζήσει τον αληθινό έρωτα. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε απότομα και εμφανίστηκε η αγριεμένη θωριά του Gianciotto. Κρατούσε στα χέρια του ένα σπαθί. Ο Paolo πετάχτηκε όρθιος για να αμυνθεί και καθώς σηκώθηκε, πιάστηκε το ρούχο του σε ένα καρφί του κρεβατιού. Ο Gianciotto είχε ήδη σηκώσει το σπαθί στον αέρα και η Francesca, για να σώσει τον αγαπημένο της, μπήκε μπροστά του.
Τα δύο κορμιά σωριάστηκαν καταγής, διαπερασμένα από το σπαθί του Gianciotto.



H ιστορία που διαβάσατε είναι αληθινή και τα πρόσωπα, υπαρκτά. Ο Δάντης, αναφέρει την ιστορία των δύο ερωτευμένων, στο Πέμπτο Άσμα της Κόλασης, στη Θεία Κωμωδία.
Τον συνοδεύει, όπως πάντα, ο Βιργίλιος και στον δεύτερο κύκλο των αμαρτωλών, στον κύκλο των «λάγνων», συναντάει τις βασανισμένες ψυχές της Francesca και του Paolo, καταδικασμένες να περιστρέφονται δεμένες και να μαστιγώνονται ανελέητα από ανεμοστρόβιλο.
                                                                                                     
Ο Δάντης μιλάει στη Francesca και εκείνη του διηγείται τον καημό της.

Canto V - Inferno (Divina Commedia)
Άσμα Πέμπτο - Κόλαση (Θεία Κωμωδία)
(στίχοι: 118 - 142 )                                                                              









Ma dimmi: al tempo d’i dolci sospiri,
a che e come concedette Amore
che conosceste i dubbiosi disiri?».
E quella a me: «Nessun maggior dolore
che ricordarsi del tempo felice
ne la miseria; e ciò sa ’l tuo dottore.
Ma s’a conoscer la prima radice
del nostro amor tu hai cotanto affetto,
dirò come colui che piange e dice.
Noi leggiavamo un giorno per diletto
di Lancialotto come amor lo strinse;
soli eravamo e sanza alcun sospetto.
Per più fiate li occhi ci sospinse
quella lettura, e scolorocci il viso;
ma solo un punto fu quel che ci vinse.
Quando leggemmo il disiato riso
esser basciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi basciò tutto tremante.
Galeotto fu ’l libro e chi lo scrisse:
quel giorno più non vi leggemmo avante».
Mentre che l’uno spirto questo disse,
l’altro piangea; sì che di pietade
io venni men così com’io morisse.
E caddi come corpo morto cade.





















       

(Μετάφραση)

Μα διηγήσου μου: τον καιρό των γλυκών αναστεναγμών,
ποια σημάδια σάς χάραξε η Αγάπη
κι αναγνωρίσατε τον πόθο τον αβέβαιο;
Κι εκείνη μου αποκρίθηκε: " Μεγαλύτερο άλγος
απ'των ευτυχισμένων ημερών, τη θύμηση,
δεν υπάρχει∙ κι αυτό, ο δάσκαλός σου,
καλά το ξέρει.
Μα αν της αγάπης μας, το πρωτότοκο ρίζωμα,
λαχταράς τόσο να μάθεις,
θα σου πω, κλαίγοντας και μιλώντας.
Πώς απ'τον έρωτα λαβώθηκε ο Λάνσελοτ,
διαβάζαμε, με τέρψη, μια μέρα∙
μονάχοι κι ανυποψίαστοι ήμασταν.
Πολλές ήσαν οι φορές, που, τις σελίδες περιδιαβαίνοντας,
αντάμωναν οι ματιές μας
κι απ'το πρόσωπο μίσευε το χρώμα∙
μα σε ένα μόνο σημείο, λυγίσαμε.
Όταν πια φτάσαμε στο ποθητό χαμόγελο,
που με τα χείλη ενός τέτοιου εραστή, έσμιξε,
ο Πάολο, που ποτέ δε με αποχωρίζεται,
το στόμα μου φίλησε, τρεμοσαλεύοντας.
"Γκαλεότο" λεγόταν το βιβλίο κι αυτός που το έγραψε:
κι από τη μέρα εκείνη, ποτέ πια δεν το διαβάσαμε ξανά".
καθώς τούτα έλεγε η μια ψυχή, η άλλη γοερά έκλαιγε∙
κι ήταν τόσος ο οίκτος γι'αυτό το κλάμα,
που από τη ζωή ένιωσα ότι έφευγα
κι όπως ένα σώμα άπνοο,
καταγής σωριάστηκα.


Σημείωση: Η μετάφραση που έκανα στους στίχους, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με εκείνη του Νίκου Καζαντζάκη. Θα ήταν, άλλωστε, βλασφημία...
Οτιδήποτε, όμως, δημοσιεύεται σε αυτό το ιστολόγιο, προτιμώ να το μεταφράζω εγώ, διότι δε μου αρέσουν, γενικότερα, τα "έτοιμα".

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Πέρα από τον φράχτη


Το αχνό φως των κεριών ξεγλιστρούσε τρεμάμενο κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας και τα βελούδινα παντοφλάκια της Παολίνας, φαίνονταν λίγο μεγαλύτερα, στο ημίφως.
Πηγαίνοντας προς την κάμαρή της, κοντοστάθηκε έξω από το δωμάτιο της βιβλιοθήκης και μισάνοιξε την πόρτα.
Σκυμμένος πάνω από τόμους βιβλίων, ο αδερφός της ο Τζάκομο, ούτε που αντιλήφθηκε την παρουσία της.
Η Παολίνα ανησυχούσε για την υγεία του. Κλεισμένος για μέρες, μήνες, χρόνια, στη βιβλιοθήκη του πατέρα τους, έδειχνε αποκομμένος από όλους κι απ’όλα.
Σαν να πάσχιζε να αναπληρώσει τα χρόνια που πέρασε κοντά στους δύο ιερωμένους δασκάλους του.
Σαν να αγωνιούσε να ξεφύγει από την πληκτική του ζωή στο χωριό, αλλά και στο σπίτι.
Το σπίτι του Τζάκομο Λεοπάρντι
Τα βιβλία τού προσέφεραν τη ζεστασιά και τη συντροφιά, που ουδέποτε δέχτηκε από την ψυχρή κι αυταρχική μητέρα του, ή τον αντιδραστικό και – δέσμιο των προκαταλήψεών του – πατέρα του.
Είχε, σχεδόν, χάσει την όρασή του από το ένα μάτι κι η σπονδυλική του στήλη είχε παραμορφωθεί.
Η βεβαρημένη φυσική του κατάσταση, τον τύλιγε σε σκοτεινά μονοπάτια μοναξιάς και τον κατέθλιβε το γεγονός πως σύντομα δε θα μπορούσε πια να διαβάζει.

«Θα φύγω από το σπίτι, Παολίνα», εκμυστηρεύτηκε ένα απόγευμα στην αγαπημένη του αδερφή. «Δε βαστάω άλλο εδώ, στο Ρεκανάτι. Πνίγομαι...πνίγομαι», της είπε χαμηλόφωνα.
Ήταν εικοσιτεσσάρων ετών, όταν προσπάθησε να το σκάσει από το σπίτι, αλλά ο πατέρας του, τον πρόφτασε και τον ξανάφερε πίσω. Τότε ήταν που χειροτέρεψε και η σχέση τους.

Η βιβλιοθήκη του Λεοπάρντι
Ένα απόγευμα, η Παολίνα, τον βρήκε να κάθεται στον αγαπημένο του λόφο.
Η υγρασία δεν του έκανε καθόλου καλό, αλλά έδειχνε τόσο ήρεμος και βυθισμένος στις σκέψεις του, που ο πόνος στη σπονδυλική του στήλη, μάλλον είχε σιγάσει μπροστά στην απεραντοσύνη του τοπίου.
Το βλέμμα του, έπεφτε πότε στον φράχτη που υπήρχε μπροστά του, πότε πέρα από αυτόν.
Η σιωπή ολόγυρά του, τον έπνιγε και τον ανάσταινε ταυτόχρονα. Χαμογελούσε και συννέφιαζε την ίδια στιγμή.
Επέστρεψε, σχεδόν κουτσαίνοντας, στη βιβλιοθήκη και η πρώτη σκέψη του, είχε ήδη σχηματιστεί με μελάνι. «Το άπειρο...».


Το άπειρο  - Τζάκομο Λεοπάρντι

Πάντα αγαπούσα αυτόν τον έρημο λόφο
κι αυτόν τον φράχτη,
που σχεδόν κρύβει τον ορίζοντα από το βλέμμα.
Μα όπως κάθομαι κι αγναντεύω τους αχανείς χώρους, εκεί έξω,
τις υπερκόσμιες σιωπές και τη βαθιά ησυχία,
βυθίζομαι σε σκέψεις κι ο φόβος αγγίζει την καρδιά μου.
Κι όπως φτάνει στ'αυτιά μου, το θρόισμα του αγέρα μέσα από τα φυλλώματα,
μ'αυτόν τον ήχο, συγκρίνω τούτη την ατέρμονη σιωπή: κι έρχεται στο μυαλό μου
το άπειρο
κι οι νεκρές εποχές
και η τωρινή που ζει
κι ο ήχος της.
Έτσι, στην απεραντοσύνη αυτή, πνίγεται η σκέψη μου: και ναυαγώ γλυκά σε τέτοια θάλασσα.


L'infinito - Giacomo Leopardi




Ο λόφος κι ο φράχτης
Sempre caro mi fu quest’ermo colle,
E questa siepe, che da tanta parte
Dell’ultimo orizzonte il guardo esclude.     
Ma sedendo e rimirando, interminati
Spazi di là da quella, e sovrumani
Silenzi, e profondissima quiete
Io nel pensier mi fingo, ove per poco
Il cor non si spaura. E come il vento
Odo stormir tra queste piante, io quello
Infinito silenzio a questa voce
Vo comparando: e mi sovvien l’eterno,
E le morte stagioni, e la presente
E viva, e il suon di lei. Così tra questa
Immensità s’annega il pensier mio:
E il naufragar m’è dolce in questo mare.








Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ξημερώνοντας με τη Laura


Aurora σημαίνει ‘αυγή’. Οι Ρωμαίοι τη φαντάζονταν σαν μια γυναίκα, που πετούσε στον ουρανό αναγγέλλοντας τον ερχομό του ήλιου. Κι η πρωινή πάχνη, είναι, έλεγαν, τα δάκρυά της για ένα από τα παιδιά της, που σκοτώθηκε.

Την αυγή, οι σκέψεις είναι ανόθευτες κι ατόφιες και είναι δύσκολο να τις εγκλωβίσεις στο χρόνο και να τις μεταφέρεις σε ένα χαρτί ή σε μια οθόνη.
Είναι που πρέπει να βιαστείς, για να μην καούν με τις πρώτες ηλιαχτίδες.
Είναι που πρέπει να βιαστώ να σας πω για τον Φραγκίσκο Πετράρχη (Francesco Petrarca) και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για τη Λάουρα. Πριν χαράξει.

Τη βλέπει πρώτη φορά σε μια εκκλησία και την ερωτεύεται αμέσως. Ήταν 6 Απριλίου του 1327.
Δεν μπορεί, όμως, να την πλησιάσει, αφού είναι σύζυγος κάποιου άλλου.
Γράφει συνέχεια γι’αυτήν, χωρίς να αναφέρει άμεσα το όνομά της, παρά μόνο με παιχνίδι λέξεων και εκφράζοντας την αγάπη του για το φυτό lauro, που σημαίνει ‘δάφνη’.

Μέσω της αγάπης του για αυτήν τη γυναίκα, καταφέρνει να αντέξει το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας. Η ομορφιά της μετριάζει τη μοναξιά και το εφήμερο της ανθρώπινης ζωής. Η ύπαρξή της και μόνο, του δίνει δύναμη να σκύψει πάνω στα βάσανα του λαού της χώρας του.
Η Λάουρα και η απέραντη αγάπη του για τη φύση, είναι τα ‘όπλα’ του για να αντιμετωπίσει τον θάνατο και τον χρόνο.

Στο σονέτο που ακολουθεί, ‘παγώνει’ τον χρόνο και ενώ η αγαπημένη του δεν είναι πια όπως κάποτε, οι στίχοι του φωτίζονται από τις πρώτες κιόλας λέξεις και ξαναβιώνει τα έντονα συναισθήματα που βίωνε και τότε.
Η αγάπη δεν έχει αλλοιωθεί στο πέρασμα των χρόνων. Η πληγή δεν έχει κλείσει.

Στις 6 Απριλίου του 1348, η Λάουρα πεθαίνει από χολέρα.

Εκείνος, βρίσκεται σκυμμένος πάνω σε ένα βιβλίο, μία μέρα πριν τα γενέθλιά του, στις 19 Ιουλίου 1374. Πέθανε διαβάζοντας...



Όλοι οι διανοούμενοι είχαν τις μούσες τους, τότε, που τους ενέπνεαν. Ο Δάντης τη Βεατρίκη, ο Πετράρχης τη Λάουρα, ο Βοκάκιος τη Φιαμέτα. Άλλος την έψαχνε στον ουρανό κι άλλος στη γη. Λίγη σημασία έχει, όμως, αυτό.

Δίχως αυτές, δε θα έγραφαν τέτοια αριστουργήματα...

Θέλω να πιστεύω ότι η Λάουρα, η Βεατρίκη, η Φιαμέτα και άλλες ‘μούσες’ περιφέρονται ανάμεσά μας και περιμένουν...


Erano i capei d'oro a l'aura sparsi  (Canzoniere)
Erano i capei d'oro a l'aura sparsi
che 'n mille dolci nodi gli avvolgea,
e 'l vago lume oltre misura ardea
di quei begli occhi, ch'or ne son sì scarsi;
e 'l viso di pietosi color farsi,
non so se vero o falso, mi parea :
i' che l'esca amorosa al petto avea,
qual meraviglia se di subito arsi?
Non era l'andar suo cosa mortale,
ma d'angelica forma, e le parole
sonavan altro che pur voce umana;
uno spirto celeste, un vivo sole
fu quel ch'io vidi; e se non fosse or tale,
piaga per allentar d'arco non sana.



Ανέμιζαν τα χρυσαφένια μαλλιά στο αεράκι,
που σε χίλιους, απαλούς κόμπους τα στροβίλιζε
κι εκείνα τα μάτια, τα όμορφα,
που φλέγονταν ασταμάτητα από φως ακαθόριστο,
είναι τόσο θαμπά τώρα πια·
και μου φαινόταν,
αλήθεια ή ψευδαίσθηση δεν ξέρω,
της συμπόνιας το χρώμα, στο πρόσωπό της:
εγώ, που στην καρδιά, φιτίλι ερωτικό είχα,
τι θαύμα σαν άναψε μεμιάς;
Κάτι από άγγελο κι όχι από άνθρωπο,
είχε το βάδισμά της·
κι η φωνή της αλλούτερη
κι όχι ανθρώπινη, ηχούσε.
Πνεύμα αιθέριο ήταν ό,τι αντίκρισα
κι ήλιος ζωντανός·
ακόμα κι αν άλλη είναι πια η θωριά της,
ακόμα κι αν το βέλος έχει χαλαρώσει,
ανοιχτή μένει η πληγή.


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ο Δάντης μέσα μας


Αν, κάπου στα μισά της ζωής σας, βρεθείτε σ’ένα σκοτεινό δάσος, θα φοβηθείτε λίγο στην αρχή.
Σύντομα, όμως, θα διακρίνετε από μακριά ένα λόφο, λουσμένο στο φως του ήλιου.
Τους χτύπους της καρδιάς θα ακούνε μόνο κάποια νυχτοπούλια, κρυμμένα σε κουφάλες δέντρων.
Και ξάφνου, οι χτύποι θα σιγήσουν για λίγα δευτερόλεπτα, το αίμα θα παγώσει κι η ανάσα θα κοπεί.
Στη θέα τριών άγριων ζώων.
Μια λεοπάρδαλη, ένα λιοντάρι και μια λύκαινα θα σταθούν εμπόδιο στο δρόμο προς το λόφο.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σκεφτείτε τον Δάντη (Dante Alighieri), που είχε βρεθεί κάποτε στην ίδια θέση.
Χιλιοστά από τα χνώτα των θηρίων.
Πάνε πολλά χρόνια, βεβαίως, από τότε. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1300, λένε, όταν ξεκίνησε το ταξίδι του στον Άδη.
Συνοδοιπόροι του και σκιά του, ένας ποιητής και μια γυναίκα. Ο Βιργίλιος και η Βεατρίκη.
Ο ποιητής, τον συμβουλεύει ν’ακολουθήσει άλλο δρόμο για να πάει στο λόφο. Πιο μακρύ και πιο δύσκολο.
Αν μείνει εκεί, τα θηρία θα ξεσκίσουν τις σάρκες του. Δεν έχει καμία ελπίδα να σωθεί. Πρέπει να περάσει μέσα από την Κόλαση και το Καθαρτήριο, αν θέλει να φτάσει στον Παράδεισο. Στο Φως. Στη Βεατρίκη.
Ο δρόμος προς την αυτογνωσία και τη λύτρωση, δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα, του λέει.
Ο Δάντης, όμως, θέλει να λυτρωθεί. Γι’αυτόν, ύψιστα ιδανικά της επίγειας ζωής, είναι η Δικαιοσύνη, η Ειρήνη και η Αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.
Είναι αποφασισμένος να παλέψει γι’αυτά στον Κάτω Κόσμο. Για το καλό το δικό του, αλλά και της Ανθρωπότητας.
Εμείς; Πώς τα πάμε στον Πάνω Κόσμο;


Συμβολισμοί

Δάσος: Άγνοια και Διαφθορά
Λόφος: Ενάρετη ζωή
Λεοπάρδαλη: Λαγνεία
Λιοντάρι: Αλαζονεία
Λύκαινα: Απληστία
Βιργίλιος: Λογική
Βεατρίκη: Πίστη και Αγνότητα


Θεία Κωμωδία
Κόλαση – Απόσπασμα από το Πρώτο άσμα

Στης ζωής μας το μεσοστράτι
βρέθηκα σ’ένα δάσος ανήλιαγο
αφού τον ίσιο δρόμο είχα χάσει.
Αχ! Πόσο δυσβάσταχτο να μιλήσω
για το δάσος το έρημο,
το κρημνώδες,
το αδιάβατο,
που και μόνο στο λογισμό του,
ξανά ο φόβος θεριεύει.
Κι είναι τόση η πίκρα,
μια στάλα μόνο πιο μικρή
απ’το θάνατο.


Σημείωση: Σύμφωνα με τη μεσαιωνική ρητορική ο όρος "κωμωδία", χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ποιητική διήγηση με θλιβερή αρχή και χαρούμενο τέλος. Περιγράφει,δηλαδή το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει, διαφοροποιημένο από την αρχαιοελληνική κωμωδία.
Ο όρος "Θεία"  είναι προσθήκη του Βοκάκιου.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Ο επίμονος ποιητής




Θεσσαλονίκη, 1995


Καθισμένη στο παγκάκι, παρακολουθούσα την τρελή της πορεία από μακριά. Ένα κοράκι στάθηκε για λίγο πάνω της και ύστερα, πάλι κοπανιόταν στους κορμούς των δέντρων, πάλι σερνόταν στα χαλίκια.
Θαρρείς πως ο αέρας - απ'όλα τα σκουπίδια που υπήρχαν στον κήπο της Φιλοσοφικής - είχε επιλέξει να βασανίζει μόνο εκείνη.
Έφτασε ξέπνοη στα πόδια μου, λες και βρήκε ασφαλές καταφύγιο. Έσκυψα να τη μαζέψω.
Μια σκισμένη, φωτοτυπημένη σελίδα από έναν τόμο της ιταλικής λογοτεχνίας. Ένα απόσπασμα από ένα ποίημα του Filippo Tommaso Marinetti . Δεν έκανα καν τον κόπο να το διαβάσω. Δε μου άρεσε ο συγκεκριμένος ποιητής, ούτε το παραλήρημά του, στο Μανιφέστο του Φουτουρισμού.
Και μόνο που δοξολογούσε τον πόλεμο και τον θεωρούσε το πιο υγιές πράγμα στον κόσμο, μου ήταν αρκετό για να μη διαβάσω ποτέ ποιήματά του.
Ωστόσο, τίναξα δυο τρεις πευκοβελόνες από τη σελίδα, τη δίπλωσα προσεκτικά και την έβαλα στην εξωτερική τσέπη της τσάντας μου. Περίεργο, ναι, αλλά αυτό έκανα.

Πέρασαν τρία χρόνια. Έφυγα από την πόλη και η σελίδα παρέμενε διπλωμένη στο σκοτάδι ενός ξύλινου κουτιού, μαζί με κουμπιά, συνδετήρες και σημειώματα.
Ακόμα κι όταν ένα τετράχρονο παιδί το έβγαλε από την κρυψώνα του και ρώτησε γι'αυτό, η απάντηση που έλαβε ήταν: "Τίποτα σημαντικό".
Ξανά στο σκοτάδι.

"Θέλω μια χάρη", μου είπε πρόσφατα μια καλή φίλη. "Θέλω να μου μεταφράσεις ένα ποίημα του Marinetti. Έστω ένα μέρος του. Κάνω μια εργασία για τον Mayakovsky και επειδή είχε επηρεαστεί από τον Ιταλό, θέλω να βρω κάποια κοινά σημεία. Μπορείς;", με ρώτησε και μου έδωσε μια σελίδα με το ποίημα.

Και τότε, σαν να φωτίστηκε το ξύλινο κουτάκι και οι στίχοι του ποιητή, που περίμεναν στωικά εκεί μέσα, ήρθαν επιτέλους μπροστά στα μάτια μου...
Καθώς το διάβαζα, σκεφτόμουν ότι όλα έγιναν την κατάλληλη στιγμή. Ίσως να μην το εκτιμούσα αν το διάβαζα τότε.
Τελικά, έχουν δίκιο όσοι λένε πως τα βιβλία δεν τα βρίσκουμε εμείς, αλλά βρίσκουν εκείνα εμάς.
Ενδεχομένως να ισχύει το ίδιο και για τους ποιητές...



La canzone del mendicante d’amore
Certo pensai nei favolosi giardini      
ove s’esilia l’anima mia
chimerici peschi foggiarono
la tua carne flessuosa, con la neve
odorante dei loro fiori
che le sonore dita del vento plasmavano!
Io venni a te, tremante e religioso,
come in un tempio avanzandomi incerto
come in un’umida grotta!
A te venni, inciampando a ogni mio timido passo,
trattenendo il respiro
per non destare il dolor nel passare!
Si schiuse il tuo sorriso
nella serena acqua del tuo viso,
come al cadere placido d’un fiore.
S’aprì a ventaglio il tuo sorriso
fluttuando nel cielo, e fece impallidire
il viso impetuoso degli Astri, nel silenzio!
Io ti parlavo volubilmente di strane cose,
bagnata l’anima di una sgorgante angoscia,
e mi pareva di sentirmi avvolto
dalla corrente d’un fiume voluttuoso.
Avidamente, spiavi tu sul mio labbro
l’Anima mia, come un miele dorato!
Sentii che il volto mi s’infocava
come un castello incendiato, che il nemico saccheggia.
Ti parlavo, e i miei pensieri stravolti
si riflettevan lontani e vaporosi
nella tranquilla acqua del tuo viso!




Το τραγούδι του ζητιάνου της αγάπης

Πώς να μη συλλογιστώ
τους μυθικούς κήπους,
της εξόριστης ψυχής μου τόπος,
εκεί, που ροδακινιές χίμαιρες
καμώνονταν την ευλύγιστη σάρκα σου,
με το χιόνι να μοσχοβολάει απ’τους ανθούς τους,
με του αγέρα τα μελωδικά δάχτυλα
να τους πλάθουν!
Ήρθα σ’εσένα εγώ,
μ’ευλάβεια και τρέμουλο
σαν σε ναό προχωρώντας διστακτικός,
σαν σε σπηλιά ανήλιαγη!
Σ’εσένα ήρθα, παραπατώντας σε κάθε μου άτολμο βήμα,
βαστώντας την αναπνοή
μη και το άλγος ξυπνήσει στο διάβα μου!
Στ’ασάλευτα νερά του προσώπου σου,
αναδύθηκε το χαμόγελό σου
όπως του λουλουδιού η γαλήνια πτώση
καταγής.
Στον ουρανό κυματίζοντας,
σαν βεντάλια ξεδιπλώθηκε το χαμόγελό σου
κι έκανε τη φλεγόμενη των Άστρων όψη, να κερώσει στη σιωπή!
Για πράγματα αλλόκοτα σου μιλούσα με παύσεις,
με την αγωνία ν’αναβλύζει στη μουσκεμένη μου ψυχή
και σα να’νιωσα ηδονικά αγκαλιασμένος από ένα χείμαρρο.
Αχόρταγα, σαν να γευόσουν μέλι χρυσαφένιο, κατασκόπευες την Ψυχή μου, στα χείλη μου!
Σαν κάστρο πυρπολημένο που ο εχθρός λεηλατεί,
ένιωσα το πρόσωπό μου να φλέγεται.
Σου μιλούσα κι οι ανταριασμένες μου σκέψεις,
στ’ασάλευτα νερά του προσώπου σου καθρεφτίζονταν
απόμακρες κι εξατμισμένες!

(Μετάφραση: Κωνσταντίνα Πέππα)